σάρκ'

σάρκ'
σάρκα , σάρξ
flesh
fem acc sg
σάρκε , σάρξ
flesh
fem nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ДОКЕТИЗМ — [от греч. δοκεῖν казаться, представляться], общее название ряда раннехрист. христологических учений, в рамках которых проблема соединения божества и человечества во Христе решалась в отличие от учения о воплощении посредством отказа от реальности …   Православная энциклопедия

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

  • κέγχρινος — κέγχρινος, ίνη, ον (ΑΜ) αυτός που έχει παρασκευαστεί από κεχρί αρχ. το θηλ. ως ουσ. ἡ κεχρίνη σούπα από κεχρί. [ΕΤΥΜΟΛ. < κέγχρος, ο + επίθημα ινος (πρβλ. πήλ ινος, σάρκ ινος)] …   Dictionary of Greek

  • καταιγιδώδης — καταιγιδώδης, ες (AM) θυελλώδης, τρικυμιώδης. [ΕΤΥΜΟΛ. < καταιγίς, ίδος + κατάλ. ώδης (πρβλ. θυμ ώδης σαρκ ώδης)] …   Dictionary of Greek

  • κοινοσάρκιο — το ζωολ. παχύ τοίχωμα τών πολυπόδων τών κοιλεντεροζώων το οποίο εκκρίνει το κοινέγχυμα που ενώνει μεταξύ τους τα άτομα και μπορεί να δώσει με εκβλάστηση τα νέα ζωίδια. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. coenosarcium < coeno (πρβλ. κοινός) +… …   Dictionary of Greek

  • στερνίδιο — το / στερνίδιον, ΝΑ νεοελλ. συν. στον πληθ. τα στερνίδια ανατ. τα κατά την εμβρυϊκή ηλικία ενωμένα με χόνδρο οστά τού στέρνου, από τα οποία, όταν συγκολλούνται, σχηματίζεται το στέρνο αρχ. 1. (ως υποκορ.) μικρό στέρνο 2. προστερνίδιο. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • Λάιτχιλ, Μάικλ Τζέιμς — (Michael James Lighthill, Παρίσι 1924 – Σαρκ, Νησιά Τσάνελ 1998). Άγγλος μαθηματικός και ερευνητής. Αποφοίτησε από τη μαθηματική σχολή του Trinity College, στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ (1943). Το 1946 ξεκίνησε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο του… …   Dictionary of Greek

  • Νορμανδικά νησιά — (αγγλ. Channel Islands ή Norman Isles, γαλλ. Iles Normandes). Βρετανικό αρχιπέλαγος (195 τ. χλμ., 125.000 κάτ.) στο Στενό της Μάγχης, μεταξύ των γαλλικών χερσονήσων Κοταντέν στα Α και Βρετάνης στα ΝΔ. Περιλαμβάνει τα νησιά Τζέρσι, Γκέρνσι,… …   Dictionary of Greek

  • ИОАНН ДАМАСКИН — Прп. Иоанн Дамаскин. Икона. Нач. XIV в. (скит св. Анны на Афоне) Прп. Иоанн Дамаскин. Икона. Нач. XIV в. (скит св. Анны на Афоне) [греч. ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκήνος, ὁ Χρυσορρόας, лат. Ioannes Damascenus] (2 я пол. VII в., Дамаск до 754 г.), прп. (пам …   Православная энциклопедия

  • ЕВФРОСИНИЯ — [Смарагд; греч. Εὐφροσύνη, Σμάραγδος] († ок. 470), прп. Александрийская (пам. 25 сент.; пам. зап. 1 янв., 11 февр.). Источники Прп. Евфросиния Александрийская и прмч. Евдокия (?). Фрагмент росписи кельи прп. Евфросинии Полоцкой в Спасо… …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”